H παρακολούθηση του χρόνιου δερματολογικού ασθενή σε καιρό πανδημίας.

Εννέα μήνες. Τόσοι είναι ακριβώς. Οι μήνες που πολλοί από μας, δυστυχώς όχι όλοι, αναθεωρήσαμε πολλά στη ζωή μας. Μήνες που σκεφτήκαμε τι δεν πράξαμε σωστά ατομικά αλλά και συλλογικά. Τι θα έπρεπε να είχαμε κάνει διαφορετικά; Τι οδήγησε σ' αυτόν τον εφιάλτη που όλοι βιώνουμε; Όποια όμως και να είναι η απάντηση που δώσαμε, αυτή δεν αλλάζει και δεν ανατρέπει την αναπόδραστη πραγματικότητα. Βιώνουμε πλέον όλοι συνθήκες εγκλεισμού, αυτοπεριορισμού, στέρησης ελευθερίας. Αυτές οι συνθήκες επηρέασαν αναντίρρητα και την επαγγελματική μας δραστηριότητα.

Οι περισσότεροι από μας δεχόμαστε καθημερινά κλήσεις από ασθενείς μας με ερωτήματα και αιτήματα. Ερωτήσεις που συχνά έχουν να κάνουν με τον προβληματισμό τους για τις ανοσοτροποποιητικές θεραπείες που ακολουθούν και αιτήματα για τον τρόπο συνέχισης αυτών των θεραπειών σε συνθήκες lockdown. Και κάπου εδώ αρχίζουν για μας τα διλήμματα και οι δυσκολίες.

Οι συνάδελφοι όλων των ειδικοτήτων αναγκάστηκαν σε κάποιο βαθμό να δώσουν οδηγίες τηλεφωνικές. Στη δική μας ειδικότητα αυτό συνέβη σε υπερθετικό βαθμό. Η τηλεδερματολογία άνθισε, τα κινητά πήραν φωτιά, οι φωτογραφίες -συνήθως κάκιστης ποιότητας- «απαιτούσαν» λύση στο πρόβλημα και ο επιστήμονας υγείας πάντα μπροστά στο δίλημμα «τηλεφωνική απάντηση ή φυσική εξέταση;».

Στην περίπτωση των ασθενών μας σε βιολογικούς παράγοντες η παρακολούθησή τους την περίοδο της καραντίνας υπήρξε προβληματική. Πολλοί ήταν αυτοί που αυτόκλητα ή με την παραίνεση του περιβάλλοντός τους και χωρίς ενημέρωση του θεράποντος ιατρού τους διέκοψαν τη θεραπεία. Αποτέλεσμα αυτής της πράξης ήταν η υποτροπή της νόσου τους και η εκ των υστέρων προσπάθεια να επιστρέψουν σε έλεγχο της νόσου. Άλλοι επέλεξαν πάλι αυτόκλητα να μειώσουν δόση ή να αυξήσουν μεσοδιάστημα χορήγησης. Και σ’ αυτήν την περίπτωση προέκυψαν προβλήματα στον αποτελεσματικό έλεγχο την νόσου.

Οι περισσότεροι όμως ευτυχώς συνέχισαν κανονικά τη θεραπεία τους. Η άυλη συνταγογράφηση στο πρώτο κύμα της πανδημίας χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικά αλλά αναγκαστικά για την εξυπηρέτηση των ασθενών και την απρόσκοπτη συνέχιση της θεραπείας τους, όμως δεν έλυσε το πρόβλημα της εργαστηριακής παρακολούθησης των ασθενών αυτών. Η προσθήκη της δυνατότητας αυτής σε μεταγενέστερο στάδιο έλυσε εν μέρει το πρόβλημα της παρακολούθησης αλλά και πάλι η φυσική εξέταση από τον ειδικό δεν μπορεί να αντικατασταθεί από την αυτοεξέταση και την αναφορά των αποτελεσμάτων αυτής στον ειδικό . Η παράταση των περιορισμών κίνησης των ασθενών μας και πρόσβασης στις νοσοκομειακές δομές ενδεχομένως μπορεί να οδηγήσει σε ιατρικά λάθη λόγω πλημμελούς ελέγχου. Η φυσική εξέταση ενός ασθενή εξακολουθεί να αποτελεί τον πυρήνα της ιατρικής πράξης.

«Κάλλιον του θεραπεύειν το προλαµβάνειν», υποστήριζε ο Ιπποκράτης , και στην περίπτωσή μας, η έγκαιρη αναγνώριση ανεπιθύμητων ενεργειών των θεραπειών μας θα μειώσει τη νοσηρότητα και θα βελτιώσει την ποιότητα ζωής των ασθενών μας, που είναι πάντα το ζητούμενο.

Θεόδωρος Σιδηρόπουλος

Διευθυντής Δερματολογικού Τμήματος ΕΣΥ | ΓΝΘ Ιπποκράτειο - ΝΑΔΝΘ